Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015

Ευπαλίνειο όρυγμα

Στην Α΄ Γυμνασίου, στο μάθημα της Ιστορίας, συγκεκριμένα στην ενότητα για την Πόλη - Κράτος και την εξέλιξη του πολιτεύματος, πολλοί μαθητές έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο για το Ευπαλίνειο Όρυγμα όσο και για τον Δίολκο και έφεραν πληροφορίες, που παρουσίασαν  στην τάξη. Χαρακτηριστικό δείγμα είναι η εργασία της 

Αλεξάνδρας Μουρουδέλη, μαθήτριας του Α3.




Πέμπτη 4 Ιουνίου 2015

Τα δελφινάκια του Αμβρακικού

Για το Πάσχα, έγινε η πρόταση στους μαθητές του Α5 να παρακολουθήσουν στο YouTube την ταινία του Ντίνου Δημόπουλου "Τα δελφινάκια του Αμβρακικού". Σκοπός ήταν τα παιδιά να παρακολουθήσουν μια καλαίσθητη ταινία, να ευαισθητοποιηθούν πάνω στο θέμα του κοινωνικού αποκλεισμού και να ασκηθούν στην αφήγηση, καθώς στη συνέχεια θα έπρεπε να παραδώσουν μια περίληψη της ταινίας. Ακολουθεί η πολύ ωραία περίληψη της Ελένης Τσουρίλλα.




   Γύρω στα 1930, στο Κοχύλι, ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριουδάκι στον Αμβρακικό κόλπο, γνωρίστηκαν ο οκτάχρονος Πέτρος και η επτάχρονη Ανθούλα, που ήταν κόρη τελώνη. Στις καλοκαιρινές τους διακοπές περνούν ατέλειωτες ώρες μαζί και γίνονται αχώριστοι φίλοι. Ονειρεύονται να ταξιδέψουν μαζί και κάνουν τον ψηλό φάρο του Αμβρακικού καράβι τους.
   Μια μέρα σε μια βόλτα τους ανακαλύπτουν μια απομονωμένη καλύβα, στην οποία μένει μόνο του ένα άρρωστο, από φυματίωση παιδί, ο Πάνος. Οι κάτοικοι του χωριού το αποφεύγουν γιατί φοβούνται μην κολλήσουν. Ο Πάνος αποκαλύπτει στα δύο παιδιά ότι είναι φθισικός και κάνει μεγάλη προσπάθεια να τα πείσει να μην τον πλησιάσουν. Ο Πέτρος και η Ανθούλα, όμως, δε φεύγουν. Πεισμώνουν και αποφασίζουν να τον βοηθήσουν με αντάλλαγμα να τους μάθει γράμματα.
   Το ίδιο βράδυ πηγαίνουν στο τελωνείο και παίρνουν από τα αζήτητα, τρόφιμα που ήταν να πεταχτούν στη θάλασσα, για να τα δώσουν στο φίλο τους τον Πάνο.
   Το άλλο πρωί, όταν φέρνουν τα τρόφιμα στον Πάνο, τον βρίσκουν κι αυτόν καλά προετοιμασμένο. Έχει φτιάξει ξύλινα γράμματα και είναι έτοιμος να τους κάνει μάθημα.
   Τις επόμενες μέρες τα παιδιά αποφασίζουν να παίξουν το θεατρικό "Ο Καραγκιόζης Φούρναρης" και με τα χρήματα από τις εισπράξεις φέρνουν γιατρό από την Άρτα για το φίλο τους, τον Πάνο. Ο γιατρός περιποιείται τον Πάνο και κάνει προσπάθειες να τον βάλει σε ένα αναρρωτήριο, για να γίνει καλά από την αρρώστια του.
   Ενώ όμως, ο Πέτρος και η Ανθούλα προσπαθούν να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν για το φίλο τους, οι χωριανοί πηγαίνουν στην καλύβα του για να την κάψουν, μαζί μ' αυτόν, επειδή έτσι πιστεύουν ότι θα προφυλαχθούν. Ευτυχώς, εκείνη την ώρα φτάνει η μητέρα του Πάνου με το νέο της σύζυγο, σώζουν το παιδί και το παίρνουν μαζί τους στα Γιάννενα.
   Η ιστορία του Πέτρου και της Ανθούλας θα τελειώσει μαζί με το Καλοκαίρι. Ο πατέρας της Ανθούλας παίρνει μετάθεση στην Ιθάκη και ο Πέτρος θυμώνει. Τα δύο παιδιά αποχαιρετιούνται με λύπη, αλλά κρατάνε μέσα τους τις αναμνήσεις όσων πέρασαν το Καλοκαίρι.

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015

Οι εκλεκτοί

Μετά τη διδασκαλία του ποιήματος του Μιχάλη Γκανά, Γυάλινα Γιάννινα, στο τμήμα Α5,  ασχοληθήκαμε με μια άσκηση δημιουργικής γραφής από το βιβλίο της Χαράς Νικολακοπούλου, "η δημιουργική γραφη στο γυμνάσιο". Τα παιδιά έπρεπε να δημιουργήσουν μια ιστορία με το φανταστικό διώνυμο δηλαδή μ' ένα ζεύγος από τις παρακάτω λέξεις, γύρω από τις οποίες έπλεξαν μια μικρή ιστορία:
βουνά-νυφίτσα
λίμνη-αλεπού
κάστρο - χιόνι
βαπόρι - γυάλινα
μιναρέδες - μαλαματένια
Όλες οι ιστορίες ήταν πολύ ενδιαφέρουσες. Μυστηριώδης και ιδαίτερα εμπνευσμένη ήταν η ιστορία του Μιχάλη Χατζηγιάννη. 


http://gr.azimage.com/photos/edinburgh-castle-scotland-uk-illuminated-at-night-in-the-winter-snow-392604

Ήταν βράδυ στη Σκωτία. Σε ένα κάστρο ψηλά στα βουνά, ο βασιλιάς δεν είχε ύπνο. Αποφάσισε να βγει έξω, στις πολεμίστρες, για να δει το χιόνι να πέφτει. Η χιονόπτωση δεν ήταν ασυνήθιστο φαινόμενο στη Σκωτία, παρ' όλα αυτά το χιόνι πάντοτε γοήτευε το βασιλιά.
   Ξαφνικά, μέσα από το χιόνι εμφανίστηκε μια γυναίκα. Ο βασιλιάς, έκπληκτος, της φώναξε να μπει μέσα, αλλά εκείνη δεν απάντησε, μονάχα του έκανε νόημα να την ακολουθήσει. Εκείνος, περίεργος ζώστηκε το σπαθί του, καβάλησε το άλογό του και πήγε να την βρει. Η απουσία του δεν έγινε αντιληπτή από κανέναν, παρά μόνο από τον φρουρό ο οποίος έκανε περιπολία σε εκείνο το τμήμα του κάστρου. Όταν ο βασιλιάς έφτασε στο σημείο όπου είχε δει τη γυναίκα εκείνη δεν ήταν εκεί. Φώναξε μερικές φορές, ελπίζοντας ότι θα τον άκουγε, αλλά δεν πήρε καμία απάντηση. Φοβούμενος ότι η γυναίκα χάθηκε στο χιονισμένο τοπίο, ο βασιλιάς πήρε το δρόμο της επιστροφής. Μπροστά στην πύλη όμως είδε τη μυστηριώδη γυναίκα. Εκείνη χωρίς να πει κάτι, ανέβηκε στο άλογό του και του υπέδειξε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ο βασιλιάς ξεκίνησε να προχωράει και μια ώρα αργότερα αντίκρισε ένα αλαβάστρινο παλάτι. Το χιόνι που έπεφτε, είχε κάνει το τοπίο μαγικό και έκανε το βασιλιά να νιώθει πως κάποιος θεός ζούσε εκεί.
   Πράγματι, η γυναίκα εξαφανίστηκε και σε λίγο επέστρεψε, αλλά όχι μόνη της - τη συνόδευε η μεγαλύτερη θεότητα των Σκωτσέζων, ο θεός Όντιν. Ο βασιλιάς έπεσε και προσκύνησε το θεό του, ενώ εκείνος του είπε να σηκωθεί, γιατί θέλει να του μιλήσει. Ο βασιλιάς υπάκουσε και άκουσε αυτά που είχε να πει ο Όντιν. Όταν ο Όντιν τελείωσε αυτά που είχε να πει, επέτρεψε στο βασιλιά να φύγει. Εκείνος εξαφανίστηκε αφήνοντας λίγο χιόνι πίσω του...
   Όταν ο βασιλιάς γύρισε στο κάστρο του , εξιστόρησε τα πάντα στο λαό του. Τους είπε ότι ο Όντιν τους επέλεξε ως το αγαπημένο του κάστρο και όλοι έπρεπε να το θεωρούν μεγάλη τιμή. Γι' αυτό οι κάτοικοι εκείνου του κάστρου ονομάστηκαν ΕΚΛΕΚΤΟΙ.

Τρίτη 2 Ιουνίου 2015


 

   Γκαλερί Νόστος

                                                     

   Ανδριάνα-Μαρία Λιάλιου Β2

14ο Γυμνάσιο Θεσ/νίκης

Υπεύθυνη Καθηγήτρια: Αναγνώστου Αθανασία

                                                       Θεσσαλονίκη 2015

               Εξώφυλλο: Από τις "Στέγες του Λονδίνου" του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα. Επεξεργασία στο Photoshop

 

"Το δείπνο σερβιρίστηκε κύριε, θέλετε κάτι ακόμη;"

Ο  Τόμας Γούναρης κοίταξε έξω από το μεγάλο μπρούτζινο παράθυρο, "ο καιρός είναι μουντός σήμερα."

"Όπως κάθε μέρα κύριε, το Λονδίνο έχει πάντα θλιμμένο πρόσωπο.  Επιθυμείτε να σας φέρω τίποτα άλλο;" είπε γλυκά η νεαρή καμαριέρα που είχε προσληφθεί το προηγούμενο καλοκαίρι.

"Όχι, ευχαριστώ. Μπορείς να πηγαίνεις"

Η κοπέλα έσκυψε το κεφάλι από σεβασμό και αποχώρησε από το μεγάλο, περιποιημένο καθιστικό.

Ο Τόμας, σηκώθηκε από την βελούδινη πολυθρόνα και έβαλε για τον εαυτό του άλλο ένα "Μπλακ Λέιμπελ". Το συνήθιζε, κάθε βράδυ πριν από το γεύμα του.

Προερχόταν από φτωχή οικογένεια, τέσσερα αδέλφια. Αυτός ήταν ο τρίτος στην σειρά. Κατοικούσαν σε μια γειτονιά κοντά στα κάστρα της Θεσσαλονίκης. Φτωχογειτονιά, παρόλα αυτά ζούσαν ευτυχισμένοι. Όταν ο Θωμάς έγινε δεκαεπτά ετών, αποφάσισε να καλλιεργήσει το ταλέντο του στην γραφή και να γράψει βιβλία. Το πρώτο του βιβλίο εκδόθηκε το έτος 1963 και πήγε εξαιρετικά. Τον βοήθησε βέβαια ο πατέρας του με το κουράγιο και την υποστήριξη που του έδειξε αλλά και με τις οικονομίες που είχε φυλάξει. Ο Θωμάς είχε να το λέει " Όλα τα οφείλω στον πατέρα, αν δεν μου είχε δώσει τα χρήματα να εκδώσω το βιβλίο δεν θα βρισκόμουν εδώ που είμαι." Αργότερα, έγραψε και άλλα βιβλία. Την μία επιτυχία μετά την άλλη. Όταν οι γονείς του σκοτώθηκαν από αυτοκινητιστικό δυστύχημα, τα αδέρφια χωρίστηκαν. Ο Θωμάς, πήγε να μείνει στα προάστια του Λονδίνου. Πλούσιος πια, ανύπαντρος, χωρίς παιδιά κατοικούσε μόνος σε μία τεράστια έπαυλη.

"Κύριε, μην ξεχάσετε την έκθεση ζωγραφικής του κύριου Γουίλιαμ αύριο το απόγευμα".

Ο Τόμας έγνεψε καταφατικά και κοίταξε στο παράθυρο πίνοντας μια γουλιά από το ποτό του.

______________________________

 

 Βγήκε από το σπίτι του, πράγμα που δεν συνήθιζε. Ένιωσε την υγρασία σε όλο του το κορμί, ανατρίχιασε. Στο αυτοκίνητο, κοιτούσε από το παράθυρο. Το Λονδίνο είχε αλλάξει, το είχε αντιληφθεί από την προηγούμενη έξοδο του, πριν περίπου ένα μήνα. Το αυτοκίνητο φρέναρε απότομα και σταμάτησε μπροστά από ένα μεγάλο επιβλητικό κτίριο βαμμένο με ένα μπορντό χρώμα που θύμισε στον Τόμας κεράσια που έτρωγε μικρός. Κοίταξε ψηλά. Στην είσοδο του κτηρίου υπήρχε η επιγραφή: Nostos Gallery.

"Περίμενε με εδώ, δεν θα αργήσω." είπε στον οδηγό.

"Μάλιστα κύριε."

Ο άντρας βγήκε από το ακριβό αυτοκίνητο και έσπρωξε τις γυάλινες πόρτες του κτιρίου. Είχε να δει τον Γουίλιαμ από πρόπερσι τον Νοέμβριο. "Δεν βαριέσαι, το ίδιο γεροντάκι θα έχει μείνει" σκέφτηκε. Δεν τον συμπαθούσε. Θυμόταν πως πάντα τον ανταγωνίζονταν " Εσύ Τόμας, έγραψες τίποτα τελευταίο ή έχασες την έμπνευση σου με τα χρόνια;" Και μετά άρχιζε να γελάει σαρκαστικά και δυνατά ώσπου τον άκουγαν όλα τα γειτονικά σπίτια.

Η αίθουσα ήταν γεμάτη όπως πάντα. Άνθρωποι της καλής κοινωνίας και αριστοκράτισσες με λαμπερά φορέματα περιφέρονταν, μιλούσαν, γελούσαν.

"Τόμας!" ακούστηκε μια βραχνή φωνή από την πόρτα.

Ο άντρας γύρισε και αντίκρισε τον Γουίλιαμ. Είχε παραμείνει ίδιος. Κοντός, αδύνατος και καχεκτικός, αλλά με σπινθηροβόλο βλέμμα που άστραφτε από εξυπνάδα.

"Γουίλιαμ." είπε ο Τόμας με όσο περισσότερο ενθουσιασμό μπορούσε.

" Σ' ευχαριστώ θερμά που ήρθες στην έκθεση μου, η αλήθεια είναι ότι δεν σε περίμενα." είπε και συνέχισε δυνατά τώρα να μιλάει σε όλα εκείνα τα γνωστά-άγνωστα  πρόσωπα που έβλεπε κάθε φορά σε κάθε γκαλερί του "κυρίου Γουίλιαμ", όπως έλεγε ειρωνικά, αλλά δεν τα γνώριζε. Αφού ξερόβηξε μια δυο φορές ο ζωγράφος είπε "Κύριοι, κυρίες, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω που με τιμήσατε με την παρουσία σας για άλλη μια φορά.

Σας είμαι ευγνώμων που με στηρίζετε επανειλημμένα και βρίσκεστε κοντά μου σε κάθε μου καινούρια έκθεση. Αλλά ας μην καθυστερώ. Φέτος, επέλεξα να κινηθώ με διαφορετικό τρόπο. Δεξιά και αριστερά σας υπάρχουν θεματικές αίθουσες με αντίστοιχα έργα μου. Κάθε αίθουσα περιέχει πίνακες που απεικονίζουν συγκεκριμένες τοποθεσίες, Βενετία, Βέρνη, Παρίσι, Θεσσαλονίκη."

Το βλέμμα του Τόμας άστραψε, "Θεσσαλονίκη!" σκέφτηκε, και αφού τελείωσε ο καθιερωμένος λόγος του Γουίλιαμ, βάλθηκε να πλησιάζει με γοργά βήματα 'Την αίθουσα της Θεσσαλονίκης'.

Μπήκε στο δωμάτιο. Ένας χώρος, μεγάλος ίσα με το καθιστικό του Τόμας. Κάτω, στρωμένο ένα παχύ βαθύ μπλε περσικό χαλί και πίνακες διαφόρων μεγεθών στερεωμένοι στον λευκό τοίχο σε ίση απόσταση μεταξύ τους.  

Ο άντρας πλησίασε τον πρώτο πίνακα. Απεικόνιζε μια γειτονιά στα κάστρα της Θεσσαλονίκης, κοντά στον Άγιο Νικόλαο τον Ορφανό. "Και όμως, θα ορκιζόμουν πως αυτή η γειτονιά μου είναι γνώριμη" είπε ο Τόμας και το πρόσωπο του αμέσως έλαμψε. Τα ζωηρά χρώματα σαν να ξεκόλλησαν από τον πίνακα και έπιασαν τον Τόμας από το χέρι.

"Εγώ λέω να βάλουμε τον Θωμά να πάει να πάρει την μπάλα."

"Τι λες βρε; Επειδή εσένα σου ήρθε όρεξη για 'καντήλα', θα στείλεις εμένα; Εγώ στον κήπο αυτής της μάγισσας δεν πάω."

"Ο μπαμπάς μού είπε πως η κυρία Γερακίνα είναι κατά βάθος καλή."

"Ναι, κατά πολύ βάθος. Αν βγάλουμε την γαμψή της μύτη, τις κρεατοελιές της που γεμίζουν βαρέλι κρασί, και τα τεράστια ζαρωμένα χέρια της, θα είναι συμπαθητική."

Τα αγόρια γέλασαν δυνατά."Λοιπόν, τι θα κάνουμε; Ποιος θα πάει να πάρει την μπάλα;"

"Ο Θωμάς!" είπαν όλα τα παιδιά. Το αγόρι τσατισμένο έτρεξε στον φράχτη του κήπου."Αν με δει η μάνα πέθανα." ψιθύρισε. Σήκωσε το πόδι του και άρχισε να σκαρφαλώνει τον ψηλό ξύλινο φράχτη. Την στιγμή εκείνη βγήκε στο παράθυρο η μητέρα του να τινάξει την μαντήλα της.

"Θωμά!" φώναξε δυνατά.

Ο Τόμας ανοιγόκλεισε τα μάτια του, χαμογέλασε.

 "Ένα μήνα τιμωρίας είχα φάει" μονολόγησε. Προχώρησε στον επόμενο πίνακα με περισσότερη όρεξη αυτήν την φορά.

"Σέιχ Σου" διάβασε ο Τόμας τον τίτλο του έργο και μειδίασε. "Αχ, τι παιχνίδια ,τι γέλια" σκέφτηκε. Πρόσεξε καλύτερα τον πίνακα. Ένιωσε λες και ήθελε να του πει κάτι ένα μικρό έλατο που ήταν ζωγραφισμένο σε μια γωνιά. Πλησίασε.

Τελικά ήρθε η μέρα. Εκείνη η μέρα που τόσο λαχταρούσε ο Θωμάς. Θα πήγαιναν οικογενειακώς στο Δάσος. "Μα ποιο δάσος μαμά; Έχει η πόλη δάσος;" Είπε μόλις πρωτοάκουσε την ιδέα των γονιών του.

"Σέιχ Σου.  Έτσι το λένε."

Αυτό ήταν. Το μικρό αγόρι δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του, το Σέιχ Σου  και την εκδρομή που θα πήγαιναν όλοι μαζί. Και τελικά ήρθε η μέρα. Η πολυπόθητη εκείνη μέρα.

"Θωμά, βιάσου φεύγουμε". Φώναξε ο πατέρας. Το αγόρι εμφανίστηκε στην πόρτα. Ξεκίνησαν. Όλα τα αδέρφια, περπατούσαν. Όλοι με τα καλά τους. Σαν γιορτή!

Έφτασαν. Ο Θωμάς έμεινε να κοιτάει. Δεν χόρταινε να βλέπει όλη εκείνη την πρασινάδα που υπήρχε γύρω του. Έτρεξε. Γέλια, τραγούδια, παιχνίδια, φωνές. Ήταν όλα υπέροχα. " Εύχομαι να μην τελειώσει ποτέ αυτή η μέρα!" Φώναξε το μικρό αγόρι δυνατά.

Ο Τόμας δάκρυσε. "Ναι, σ' αυτό το δάσος είχαμε πάει, το θυμάμαι." μουρμούρισε νοσταλγικά.

O μεσήλικας άντρας προχώρησε στον επόμενο πίνακα με το χαμόγελο πλέον ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του. Κοίταξε τον πίνακα. Αυτή την φορά ήταν πολύ μεγάλος, έπιανε σχεδόν τον μισό τοίχο. Ο Τόμας πρόσεξε τον τίτλο, "Κυριακάτικος Πύργος". Το έργο απεικόνιζε τον Λευκό Πύργο, την Κυριακή, όπου έσφυζε από ζωή και κοσμοσυρροή. Κυρίες με καπέλα και  τσάντες, καροτσάκια με τα μωρά τους, παιδιά με μπαλόνια, λουλουδάδες, και σαλεπτσήδες, πλανόδιοι μικροπωλητές, ηλικιωμένοι και μη, σουλατσάρανε έξω από το έμβλημα της Θεσσαλονίκης. Μιλούσαν, γελούσαν, φώναζαν. Ο Τόμας έσκυψε πάνω από το έργο και ψιθύρισε κάτι σε ένα παιδάκι.

"Γεια! Με λένε Θωμά, θες να παίξουμε μαζί; Έχω φέρει και την μπάλα μαζί μου. Αν θες παίζουμε ποδόσφαιρο."

"Γεια σου! Είμαι ο Σπύρος. Εντάξει, ένα λεπτό να πω και στα αδέλφια μου να έρθουν ."

Σουρούπωνε. "Μαμά, να πηγαίνουμε κάθε μέρα εκεί, ακόμα και όταν μεγαλώσω, θέλω να πηγαίνουμε εκεί. Στον Λευκό Πύργο. Εκεί."

                                           ________________

"Κύριε Τόμας, η γκαλερί κλείνει σε δύο λεπτά." Οι θύμησες δεκαετιών, έσβησαν μαζί με τα πρώτα φώτα του διαδρόμου. Ο άντρας εγκατέλειψε την αίθουσα αργά.

   

 

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

Ένα πολύ ενδιαφέρον και απολαυστικό βίντεο που είναι αποτέλεσμα εμπνευσμένης συνεργασίας. Γιατί μέσα στις εξετάσεις χρειάζεται και λίγη έμπνευση...

Πέμπτη 28 Μαΐου 2015

Tα Γυάλινα Γιάννενα μέσα από τη ματιά της Εύας

Ευχαριστώ πολύ τη μαθήτρια του Α2  Εύα K. για το καταπληκτικό άλμπουμ έντυπων  φωτογραφιών που ετοίμασε στα πλαίσια εργασίας για το ποίημα Γυάλινα Γιάννενα, το οποίο αποφάσισα να αξιοποιήσω και να αναρτήσω ως power point στο blog.

Μια ακόμη υπέροχη βιβλιοπαρουσίαση ,ο Μάνθος μας ταξιδεύει γύρω από τη σελήνη!


                             Βιβλιοπαρουσίαση μαθητή του Α1
                              πολύ απαιτητική και δύσκολη εργασία 
                              στην οποία ανταποκρίθηκε με προθυμία!