Δευτέρα 8 Ιουνίου 2015
Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015
Το σκεπτικό
Στο τμήμα Α5, στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας, μετά τη διδασκαλία της Περιγραφής και της Αφήγησης (Ενότητα 3) ασχοληθήκαμε και με ορισμένες ασκήσεις Δημιουργικής Γραφής (πηγή το βιβλίο της Χαράς Νικολακοπούλου, η δημιουργική γραφή στο γυμνάσιο). Μεσολαβούσαν οι διακοπές των Χριστουγέννων κι έτσι τα παιδιά είχαν όλο το χρονικό διάστημα να δημιουργήσουν... Τα αποτελέσματα σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν εντυπωσιακά. Εξαιρετικό δείγμα αποτελεί η ιστορία που έγραψε οΣτυλιανός Τελόγλου και μπράβο του!
Η άσκηση
Η άσκηση ήταν η εξής: Στα τρία κείμενα που ακολουθούν γίνεται περιγραφή ενός χώρου στο πρώτο, ενός αντικειμένου (παλτό) στο δεύτερο και ενός προσώπου στο τρίτο. Αφού τα μελετήσετε, χρησιμοποιήστε τα για να φτιάξετε τη δική σας ιστορία. Τα λιγοστά στοιχεία που έχετε στη διάθεσή σας καθώς και οι τίτλοι των βιβλίων αποτελούν τον πυρήνα μιας ιστορίας που μπορείτε να εξελίξετε όπως εσείς νομίζετε.Τα κείμενα
Άλντους Χάξλεϋ, Θαυμαστός καινούριος κόσμος
Η τεράστια αίθουσα του ισογείου έβλεπε το βορρά. Ήταν ψυχρή, παρά την καλοκαιρινή ατμόσφαιρα έξω από τα παράθυρα και την τροπική ζέστη στο εσωτερικό της. Μια εκτυφλωτική λεπτή ακτίνα έπεφτε μέσα από το τζάμι, ψάχνοντας απεγνωσμένα κάποιο από τα ντυμένα ανδρείκελα, μια από αυτές τις χλομές φιγούρες που παρήγαγε η φρίκη των ακαδημαϊκών. Μα δεν υπήρχε παρά γυαλί, νικέλιο και η γυαλιστερή πορσελάνη του εργαστηρίου. Παγερή ατμόσφαιρα. Οι φόρμες των εργατών ήταν άσπρες και στα χέρια τους φορούσαν λαστιχένια γάντια στο χλωμό χρώμα που έχουν τα πτώματα. Κυριαρχούσε ένας φωτισμός ανατριχιαστικά κρύος, νεκρικός, κατάλληλος για έναν κόσμο φαντασμάτων.
Αγγελική Δαρλάση, Τότε που κρύψαμε έναν άγγελο
Η Ραλλού, χωρίς καμία εμφανή αντίδραση από τη μεριά της για το αν συμφωνούσε ή διαφωνούσε με το δάσκαλο, φόρεσε το πανωφόρι της. Ήταν ένα φθαρμένο παλτό σε ποντικί χρώμα, τουλάχιστον ένα νούμερο μεγαλύτερο: τα μανίκια του κάλυπταν τα χέρια της και το στρίφωμά του έφτανε μέχρι και πιο κάτω από τους αστραγάλους της, σχεδόν το πατούσε- μου θύμιζε το μανδύα που κάποτε είχα δει σε μια εικόνα να φοράει ένας βασιλιάς: ήταν τόσο μακρύς που χρειαζόταν τουλάχιστον ένας ακόλουθος να τον κρατάει ώστε ο βασιλιάς να μπορεί να περπατάει ή ακόμα και να κάτσει.
Γουστάβος Φλωμπέρ, Μαντάμ Μποβαρύ
Ο καινούριος, που 'χε μείνει στη γωνία, πίσω από την πόρτα, σε τρόπο που μετά βίας τον βλέπαμε, ήταν ένα αγόρι από την εξοχή, δεκαπέντε χρόνων περίπου και μεγαλύτερος στο ανάστημα από όλους εμάς. Τα μαλλιά του ήταν κομμένα ίσια, πάνω από το μέτωπο, όπως τα 'χαν οι ψάλτες του χωριού, το ύφος του ήταν φρόνιμο και φαινόταν πολύ ζαλισμένος. Μόλο που οι πλάτες του δεν ήταν πλατιές, η τσόχινη πράσινη ζακέτα του, με μαύρα κουμπιά, πρέπει να τον ενοχλούσε σίγουρα στις μασχάλες, κι άφηνε να φαίνονται μέσα από τα σχιστά αναδιπλώματά της, κόκκινα χέρια συνηθισμένα να είναι γυμνά στον ήλιο. Τα πόδια του, φορούσε γαλάζιες κάλτσες, έβγαιναν μέσα από ένα κιτρινωπό παντελόνι που το παρατραβούσαν τιράντες. Είχε δυνατά παπούτσια κακοβερνικωμένα κι αρματωμένα με καρφιά στις σόλες.
Στυλιανός Τελόγλου, Στάσου πλάι μου
Η Ραλλού και ο Γιώργος είναι δύο παιδιά που ζουν σε ένα μικρό χωριό της Ηπείρου. Το χωριό τους είναι τόσο μικρό, δέκα περίπου σπίτια. Την Άνοιξη και το Καλοκαίρι τα παιδιά φαίνεται να ζουν στον παράδεισο. Το μικρό χωρίο τους περιστοιχίζεται από ψηλά καταπράσινα δέντρα, ρυάκια και γάργαρα νερά κυλούν τριγύρω και τα πανύψηλα βουνά της Πίνδου μοιάζουν σαν να ηρεμούν μόλις αρχίζουν τα πουλιά να κελαηδούν και μπαίνει η Άνοιξη. Το Χειμώνα τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα, γιατί τα δύο παιδιά πηγαίνουν στο Λύκειο που απέχει δύο ώρες από το χωριό τους. Πολλές φορές δεν καταφέρνουν να φτάσουν στο σχολείο εξαιτίας του κακού καιρού και διαβάζουν μόνοι τους, οι δυο τους στο σπίτι.
Είναι δύο παιδιά που προέρχονται από φτωχές οικογένειες, παιδιά κτηνοτρόφων, που πολλές φορές βοηθούν και τους γονείς τους στις καθημερινές δουλειές τους. Παρόλα αυτά προσπαθούν πάντα για το καλύτερο, είναι εξαιρετικά καλοί μαθητές και θέλουν να περάσουν στο Πανεπιστήμιο και να γίνουν γιατροί. Είναι παιδιά που βλέποντας τις δυσκολίες των γονιών τους προσπαθούν για ένα καλύτερο μέλλον. Το χειμώνα με το πολύ κρύο η Ραλλού φοράει ένα φθαρμένο, σχισμένο, αταίριαστο για το σώμα της πανωφόρι. Τα χέρια της κρύβονται μέσα σ' αυτό ενώ το τελείωμα του φτάνει μέχρι την σόλα του παπουτσιού της.
Ο Γιώργος, επίσης, πολλές φορές φτάνει στο σχολείο φορώντας αταίριαστα ρούχα, μοιάζει να ξύπνησε και να φόρεσε ό,τι βρέθηκε μπροστά του, όμως αυτό δεν τον ενοχλεί καθόλου. Τα παπούτσια του είναι φθαρμένα και τρύπια και πολλές φορές τυλίγει τα πόδια του με μαλακά πανιά, για να μπορούν να διατηρηθούν ζεστά, όταν περπατάει μέσα στο χιόνι για να φτάσει στο σχολείο του.
Έχουν φτάσει στην Τρίτη Λυκείου, έχουν παρακολουθήσει τις μισές περίπου ημέρες το σχολείο τους, γιατί η πρόσβαση σ' αυτό ήταν δύσκολη το Χειμώνα, έχουν όμως προετοιμαστεί κατάλληλα μόνοι τους και βρίσκονται αντιμέτωποι με τις εξετάσεις του Ιουνίου που θα τους οδηγήσουν στην πραγματοποίηση του ονείρου τους, που είναι η εισαγωγή τους στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Οι εξετάσεις για τα παιδιά αυτά ήταν εύκολες και το αποτέλεσμα σχεδόν δεδομένο. Τον Αύγουστο ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα των Πανελλαδικών και η Ραλλού αλλά και ο Γιώργος πέτυχαν στο στόχο τους και ήταν πια φοιτητές.
Η πρώτη επαφή με την Αθήνα ήταν απογοητευτική. Οι δρόμοι ήταν πελώριοι, τα κτίρια πανύψηλα, χιλιάδες άνθρωποι περπατούσαν με σκυμμένα κεφάλια, βιαστικά, λες και ήθελαν κάτι να προλάβουν, τα αυτοκίνητα σαν τα μυρμήγκια στη σειρά. Εδώ επικρατούσε μπετόν, σκούρο μουντό καφέ χρώμα παντού, στην ατμόσφαιρα, στο δρόμο, στο πρόσωπο των ανθρώπων, μπορεί και στις καρδιές τους. Ποιος ξέρει; Τα δυο παιδιά αλλιώς είχαν συνηθίσει να ζουν στη φύση, στο πράσινο, στις μυρωδιές των λουλουδιών, στο λευκό χιόνι του Χειμώνα. Στο χωριό όλοι ήταν μια μεγάλη οικογένεια ενώ εδώ κανείς δεν γνωρίζει κανένα...
Το πανεπιστήμιο ήταν ένας μεγάλος χώρος με πολλά κτίρια. Δειλά περπάτησαν στο προαύλιο και κατευθύνθηκαν σε ένα από τα κτίρια. Στο ισόγειο συνάντησαν τη μακέτα του κτιρίου και αφού μελέτησαν το σχέδιο του ανέβηκαν τη θεόρατη μαρμάρινη σκάλα που οδηγούσε στον πρώτο όροφο. Εκεί αντίκρισαν ένα μεγάλο διάδρομο και πολλές πόρτες αριθμημένες, δεξιά και αριστερά του. Βρήκανε την αίθουσα 52 που ήταν ανοιχτή και μπήκανε μέσα. Ήταν μια τεράστια αίθουσα ψυχρή και παγερή. Ήταν φτιαγμένη από μέταλλο, γυαλί και πλαστικό. Μεγάλα τζάμια υπήρχαν γύρω- γύρω, πλαστικοί πάγκοι εργασίας και μεταλλικά κουφώματα και όργανα.
Σε αυτή την τόσο παγερή και κρύα αίθουσα, στέκονταν όρθιοι αρκετοί συμφοιτητές τους και περίμεναν με αγωνία την προσέλευση του καθηγητή. Ευτυχώς ήταν ένας χαρούμενος και χαμογελαστός άνθρωπος που με τον τρόπο του και τη διάθεσή του έσπασε τον "πάγο" που επικρατούσε μεταξύ τους και ζέστανε με το χαμόγελό του την ατμόσφαιρα της αίθουσας. Εξαιτίας της συμπεριφοράς αυτού του ανθρώπου όλοι χαλάρωσαν, ένιωσαν καλύτερα και, είδαν με άλλη οπτική το χώρο αλλά και τους συμφοιτητές τους. Τελικά, η πρώτη ημέρα στο Πανεπιστήμιο από κρύα, παγερή, απρόσωπη εξελίχτηκε σε ζεστή, ανθρώπινη και δημιουργική ημέρα.
Τα παιδιά πέρασαν έξι ολόκληρα χρόνια στην Αθήνα. Δεν αποχωρίστηκαν ποτέ ο ένας τον άλλο και ήταν πάντα μαζί στα εύκολα και στα δύσκολα, στα ευχάριστα και στα δυσάρεστα. Έγιναν δύο πετυχημένοι γιατροί που ποτέ δεν ξέχασαν τις δυσκολίες που πέρασαν για να σπουδάσουν, τις ομορφιές του χωριού τους, τα φτωχικά παιδικά χρόνια τους, αλλά και την πρώτη επαφή τους με τη μεγαλούπολη Αθήνα και το Πανεπιστήμιο, που φάνταζαν πελώρια, απέραντα, θεόρατα στα τότε παιδικά μάτια τους.
Τα δελφινάκια του Αμβρακικού - Βιβλιοπαρουσίαση
Όταν το Πάσχα έγινε η πρόταση στους μαθητές του Α5 να παρακολουθήσουν την ταινία του Ντίνου Δημόπουλου, Τα δελφινάκια του Αμβρακικού και να γράψουν την περίληψη, κάποια παιδιά ζήτησαν να διαβάσουν το αντίστοιχο βιβλίο και να κάνουν βιβλιοπαρουσίαση. Η ιδέα ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, γιατί έτσι θα μπορούσαν να εντοπιστούν οι διαφορετικές τεχνικές αφήγησης σε δύο διαφορετικές τέχνες (λογοτεχνία - κινηματογράφο). Πολύ αξιόλογη είναι η βιβλιοπαρουσίαση της Αθηνάς Χασάπη.
"Τα δελφινάκια του Αμβρακικού" είναι ένα μυθιστόρημα που γράφτηκε από τον Ντίνο Δημόπουλο και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1988 από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Στο μυθιστόρημα αυτό παρουσιάζεται μια καλοκαιρινή ιστορία που βιώνουν δύο μικρά παιδιά, ο Πέτρος και η Ανθούλα.
Ο Πέτρος, ένα παιδί ονειροπόλο ζει σ' ένα παραθαλάσσιο χωριό και παίζει κοντά στο φάρο. Στο χωριό έρχεται η Ανθούλα, καθώς ο πατέρας της διορίζεται τελωνειακός εκεί - γνωρίζεται με τον Πέτρο καθώς παίζουν και οι δύο στο φάρο και στο "στρατηγείο" τους, μια μικρή καλύβα κοντά στο λιμάνι, και γίνονται οι καλύτεροι φίλοι. Όνειρό τους είναι να ταξιδέψουν. Αργότερα στο "στρατηγείο" εγκαθίσταται ένα φυματικό παιδί, ο Πάνος, μόνος του, γιατί η μητέρα του δουλεύει μακριά, στα Γιάννενα. Γνωρίζεται με τα δυο παιδιά που αρχίζουν να τον βοηθούν, φέρνοντάς του τρόφιμα και φάρμακα, και για αντάλλαγμα τους μαθαίνει γράμματα. Στη συνέχεια, ο Πέτρος και η Ανθούλα προσπαθούν με κάθε τρόπο να συγκεντρώσουν χρήματα για τη θεραπεία του φίλου τους. Ο Πέτρος πουλάει το ποδήλατο που του χάρισε ο θείος του και διοργανώνουν μια παράσταση Καραγκιόζη.
Τελικά, τη θεραπεία του Πάνου την αναλαμβάνει ο νονός του αδερφού του Πέτρου και η υγεία του αρχίζει να βελτιώνεται. Επιπλέον, η μητέρα του παντρεύεται τον θείο του Πέτρου και έτσι ο Πάνος αποκτά ξανά οικογένεια. Τέλος, ο πατέρας της Ανθούλας προάγεται και μετατίθεται σε άλλη πόλη και οι δύο φίλοι, η Ανθούλα και ο Πέτρος , χωρίζονται.
Περίληψη της υπόθεσης
Ο Πέτρος, ένα παιδί ονειροπόλο ζει σ' ένα παραθαλάσσιο χωριό και παίζει κοντά στο φάρο. Στο χωριό έρχεται η Ανθούλα, καθώς ο πατέρας της διορίζεται τελωνειακός εκεί - γνωρίζεται με τον Πέτρο καθώς παίζουν και οι δύο στο φάρο και στο "στρατηγείο" τους, μια μικρή καλύβα κοντά στο λιμάνι, και γίνονται οι καλύτεροι φίλοι. Όνειρό τους είναι να ταξιδέψουν. Αργότερα στο "στρατηγείο" εγκαθίσταται ένα φυματικό παιδί, ο Πάνος, μόνος του, γιατί η μητέρα του δουλεύει μακριά, στα Γιάννενα. Γνωρίζεται με τα δυο παιδιά που αρχίζουν να τον βοηθούν, φέρνοντάς του τρόφιμα και φάρμακα, και για αντάλλαγμα τους μαθαίνει γράμματα. Στη συνέχεια, ο Πέτρος και η Ανθούλα προσπαθούν με κάθε τρόπο να συγκεντρώσουν χρήματα για τη θεραπεία του φίλου τους. Ο Πέτρος πουλάει το ποδήλατο που του χάρισε ο θείος του και διοργανώνουν μια παράσταση Καραγκιόζη.
Τελικά, τη θεραπεία του Πάνου την αναλαμβάνει ο νονός του αδερφού του Πέτρου και η υγεία του αρχίζει να βελτιώνεται. Επιπλέον, η μητέρα του παντρεύεται τον θείο του Πέτρου και έτσι ο Πάνος αποκτά ξανά οικογένεια. Τέλος, ο πατέρας της Ανθούλας προάγεται και μετατίθεται σε άλλη πόλη και οι δύο φίλοι, η Ανθούλα και ο Πέτρος , χωρίζονται.
Παρουσίαση βασικών χαρακτήρων
Πέτρος: Είναι ονειροπόλος και έχει μεγάλη φαντασία. Φαντάζεται ότι είναι καπετάνιος και ότι ο φάρος είναι το καράβι του. Επιπλέον, είναι έξυπνος και επινοητικός, καθώς εφευρίσκει πολλούς τρόπους για να βοηθήσει τον Πάνο. Στις σχέσεις του με τους ανθρώπους είναι ντροπαλός αλλά και πολύ τρυφερός και συναισθηματικός. Αυτό φαίνεται από την αγάπη και την αφοσίωση που δείχνει στην Ανθούλα και το θυμό και τη λύπη του όταν την αποχωρίζεται.
Ανθούλα: Είναι ένα μικρό κοριτσάκι που έρχεται από μεγάλη πόλη και γνωρίζει πολλά πράγματα που δεν ξέρει ο Πέτρος, για παράδειγμα τον κινηματογράφο, που της αρέσει πολύ. Είναι χαρούμενη, της αρέσουν τα παιχνίδια και αγαπάει πολύ τον Πέτρο. Είναι όμως άτολμη και διστακτική, γι' αυτό και θαυμάζει τον Πέτρο που είναι τολμηρός.
Πάνος: Είναι λίγο μεγαλύτερος από τα άλλα παιδιά, γύρω στα οκτώ. Υποφέρει από φυματίωση και ζει μόνος του στο στρατηγείο - καλύβα. Η μητέρα του δουλεύει μακριά και έρχεται κοντά του μια ή δύο φορές την εβδομάδα. Είναι ένα παιδί πληγωμένο από το θάνατο του πατέρα του, απογοητευμένο και απαισιόδοξο εξαιτίας της αρρώστιας του. Οι φίλοι τους όμως του δίνουν χαρά και αισιοδοξία και αυτό βελτιώνει την υγεία του. Τέλος, είναι υπεύθυνος, γιατί προστατεύει τα παιδιά, ώστε να μην κολλήσουν την αρρώστια του.
Θείος: Είναι ένας άνθρωπος πολύ πληγωμένος από το θάνατο της γυναίκας του, που υπεραγαπούσε. Θέλει, όμως, να ξεφύγει από τη μοναξιά του και να ξαναφτιάξει τη ζωή του, γι' αυτό και παντρεύεται τη μητέρα του Πάνου. Ο Πάνος έχει την ηλικία του γιου που δεν πρόλαβε να γεννηθεί, γι' αυτό και τον αγαπάει τόσο πολύ.
Λόγοι για τους οποίους συνιστώ αυτό το βιβλίο
"Τα Δελφινάκια του Αμβρακικού" είναι ένα βιβλίο που πρέπει όλοι να διαβάσουν. Αφηγείται τις περιπέτειες μικρών παιδιών που με την αφέλειά τους προκαλούν τρυφερά συναισθήματα στον αναγνώστη. Επιπλέον, είναι ένα πολυ διδακτικό βιβλίο, καθώς τα παιδιά με τη συμπεριφορά τους μας διδάσκουν την ανθρωπιά και την αλληλοβοήθεια. Τέλος, στο βιβλίο αυτό οι ήρωες είναι πολύ ζωντανοί και όταν διαβάζουμε τις περιπέτειές τους είναι σαν να τις ζούμε.
Η δική μας Θεσσαλονίκη
Μετά τη διδασκαλία της 1ης Ενότητας στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας οι μαθητές του Γ1 χωρίστηκαν σε ομάδες και δημιούργησαν ένα κείμενο (πόστερ, βίντεο) της επιλογής τους, για να προβάλουν τη δική τους εικόνα της Θεσσαλονίκης. Όλες οι παρουσιάσεις που έγιναν ήταν προσεγμένες. Πολύ εντυπωσιακή ήταν η δημιουργία της ομάδας των: Αργυρίου Βασίλη, Βαβάτσικα Κώστα, Βάμβαλη Χρήστου και Γιάννη Γκολέμα.
Ευπαλίνειο όρυγμα
Στην Α΄ Γυμνασίου, στο μάθημα της Ιστορίας, συγκεκριμένα στην ενότητα για την Πόλη - Κράτος και την εξέλιξη του πολιτεύματος, πολλοί μαθητές έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο για το Ευπαλίνειο Όρυγμα όσο και για τον Δίολκο και έφεραν πληροφορίες, που παρουσίασαν στην τάξη. Χαρακτηριστικό δείγμα είναι η εργασία της
Αλεξάνδρας Μουρουδέλη, μαθήτριας του Α3.
Αλεξάνδρας Μουρουδέλη, μαθήτριας του Α3.
Πέμπτη 4 Ιουνίου 2015
Τα δελφινάκια του Αμβρακικού
Για το Πάσχα, έγινε η πρόταση στους μαθητές του Α5 να παρακολουθήσουν στο YouTube την ταινία του Ντίνου Δημόπουλου "Τα δελφινάκια του Αμβρακικού". Σκοπός ήταν τα παιδιά να παρακολουθήσουν μια καλαίσθητη ταινία, να ευαισθητοποιηθούν πάνω στο θέμα του κοινωνικού αποκλεισμού και να ασκηθούν στην αφήγηση, καθώς στη συνέχεια θα έπρεπε να παραδώσουν μια περίληψη της ταινίας. Ακολουθεί η πολύ ωραία περίληψη της Ελένης Τσουρίλλα.
Γύρω στα 1930, στο Κοχύλι, ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριουδάκι στον Αμβρακικό κόλπο, γνωρίστηκαν ο οκτάχρονος Πέτρος και η επτάχρονη Ανθούλα, που ήταν κόρη τελώνη. Στις καλοκαιρινές τους διακοπές περνούν ατέλειωτες ώρες μαζί και γίνονται αχώριστοι φίλοι. Ονειρεύονται να ταξιδέψουν μαζί και κάνουν τον ψηλό φάρο του Αμβρακικού καράβι τους.
Μια μέρα σε μια βόλτα τους ανακαλύπτουν μια απομονωμένη καλύβα, στην οποία μένει μόνο του ένα άρρωστο, από φυματίωση παιδί, ο Πάνος. Οι κάτοικοι του χωριού το αποφεύγουν γιατί φοβούνται μην κολλήσουν. Ο Πάνος αποκαλύπτει στα δύο παιδιά ότι είναι φθισικός και κάνει μεγάλη προσπάθεια να τα πείσει να μην τον πλησιάσουν. Ο Πέτρος και η Ανθούλα, όμως, δε φεύγουν. Πεισμώνουν και αποφασίζουν να τον βοηθήσουν με αντάλλαγμα να τους μάθει γράμματα.
Το ίδιο βράδυ πηγαίνουν στο τελωνείο και παίρνουν από τα αζήτητα, τρόφιμα που ήταν να πεταχτούν στη θάλασσα, για να τα δώσουν στο φίλο τους τον Πάνο.
Το άλλο πρωί, όταν φέρνουν τα τρόφιμα στον Πάνο, τον βρίσκουν κι αυτόν καλά προετοιμασμένο. Έχει φτιάξει ξύλινα γράμματα και είναι έτοιμος να τους κάνει μάθημα.
Τις επόμενες μέρες τα παιδιά αποφασίζουν να παίξουν το θεατρικό "Ο Καραγκιόζης Φούρναρης" και με τα χρήματα από τις εισπράξεις φέρνουν γιατρό από την Άρτα για το φίλο τους, τον Πάνο. Ο γιατρός περιποιείται τον Πάνο και κάνει προσπάθειες να τον βάλει σε ένα αναρρωτήριο, για να γίνει καλά από την αρρώστια του.
Ενώ όμως, ο Πέτρος και η Ανθούλα προσπαθούν να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν για το φίλο τους, οι χωριανοί πηγαίνουν στην καλύβα του για να την κάψουν, μαζί μ' αυτόν, επειδή έτσι πιστεύουν ότι θα προφυλαχθούν. Ευτυχώς, εκείνη την ώρα φτάνει η μητέρα του Πάνου με το νέο της σύζυγο, σώζουν το παιδί και το παίρνουν μαζί τους στα Γιάννενα.
Η ιστορία του Πέτρου και της Ανθούλας θα τελειώσει μαζί με το Καλοκαίρι. Ο πατέρας της Ανθούλας παίρνει μετάθεση στην Ιθάκη και ο Πέτρος θυμώνει. Τα δύο παιδιά αποχαιρετιούνται με λύπη, αλλά κρατάνε μέσα τους τις αναμνήσεις όσων πέρασαν το Καλοκαίρι.
Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015
Οι εκλεκτοί
Μετά τη διδασκαλία του ποιήματος του Μιχάλη Γκανά, Γυάλινα Γιάννινα, στο τμήμα Α5, ασχοληθήκαμε με μια άσκηση δημιουργικής γραφής από το βιβλίο της Χαράς Νικολακοπούλου, "η δημιουργική γραφη στο γυμνάσιο". Τα παιδιά έπρεπε να δημιουργήσουν μια ιστορία με το φανταστικό διώνυμο δηλαδή μ' ένα ζεύγος από τις παρακάτω λέξεις, γύρω από τις οποίες έπλεξαν μια μικρή ιστορία:
βουνά-νυφίτσα
λίμνη-αλεπού
κάστρο - χιόνι
βαπόρι - γυάλινα
μιναρέδες - μαλαματένια
Όλες οι ιστορίες ήταν πολύ ενδιαφέρουσες. Μυστηριώδης και ιδαίτερα εμπνευσμένη ήταν η ιστορία του Μιχάλη Χατζηγιάννη.
βουνά-νυφίτσα
λίμνη-αλεπού
κάστρο - χιόνι
βαπόρι - γυάλινα
μιναρέδες - μαλαματένια
Όλες οι ιστορίες ήταν πολύ ενδιαφέρουσες. Μυστηριώδης και ιδαίτερα εμπνευσμένη ήταν η ιστορία του Μιχάλη Χατζηγιάννη.
http://gr.azimage.com/photos/edinburgh-castle-scotland-uk-illuminated-at-night-in-the-winter-snow-392604
Ήταν βράδυ στη Σκωτία. Σε ένα κάστρο ψηλά στα βουνά, ο βασιλιάς δεν είχε ύπνο. Αποφάσισε να βγει έξω, στις πολεμίστρες, για να δει το χιόνι να πέφτει. Η χιονόπτωση δεν ήταν ασυνήθιστο φαινόμενο στη Σκωτία, παρ' όλα αυτά το χιόνι πάντοτε γοήτευε το βασιλιά.
Ξαφνικά, μέσα από το χιόνι εμφανίστηκε μια γυναίκα. Ο βασιλιάς, έκπληκτος, της φώναξε να μπει μέσα, αλλά εκείνη δεν απάντησε, μονάχα του έκανε νόημα να την ακολουθήσει. Εκείνος, περίεργος ζώστηκε το σπαθί του, καβάλησε το άλογό του και πήγε να την βρει. Η απουσία του δεν έγινε αντιληπτή από κανέναν, παρά μόνο από τον φρουρό ο οποίος έκανε περιπολία σε εκείνο το τμήμα του κάστρου. Όταν ο βασιλιάς έφτασε στο σημείο όπου είχε δει τη γυναίκα εκείνη δεν ήταν εκεί. Φώναξε μερικές φορές, ελπίζοντας ότι θα τον άκουγε, αλλά δεν πήρε καμία απάντηση. Φοβούμενος ότι η γυναίκα χάθηκε στο χιονισμένο τοπίο, ο βασιλιάς πήρε το δρόμο της επιστροφής. Μπροστά στην πύλη όμως είδε τη μυστηριώδη γυναίκα. Εκείνη χωρίς να πει κάτι, ανέβηκε στο άλογό του και του υπέδειξε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ο βασιλιάς ξεκίνησε να προχωράει και μια ώρα αργότερα αντίκρισε ένα αλαβάστρινο παλάτι. Το χιόνι που έπεφτε, είχε κάνει το τοπίο μαγικό και έκανε το βασιλιά να νιώθει πως κάποιος θεός ζούσε εκεί.
Πράγματι, η γυναίκα εξαφανίστηκε και σε λίγο επέστρεψε, αλλά όχι μόνη της - τη συνόδευε η μεγαλύτερη θεότητα των Σκωτσέζων, ο θεός Όντιν. Ο βασιλιάς έπεσε και προσκύνησε το θεό του, ενώ εκείνος του είπε να σηκωθεί, γιατί θέλει να του μιλήσει. Ο βασιλιάς υπάκουσε και άκουσε αυτά που είχε να πει ο Όντιν. Όταν ο Όντιν τελείωσε αυτά που είχε να πει, επέτρεψε στο βασιλιά να φύγει. Εκείνος εξαφανίστηκε αφήνοντας λίγο χιόνι πίσω του...
Όταν ο βασιλιάς γύρισε στο κάστρο του , εξιστόρησε τα πάντα στο λαό του. Τους είπε ότι ο Όντιν τους επέλεξε ως το αγαπημένο του κάστρο και όλοι έπρεπε να το θεωρούν μεγάλη τιμή. Γι' αυτό οι κάτοικοι εκείνου του κάστρου ονομάστηκαν ΕΚΛΕΚΤΟΙ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





