Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2015

Το σκεπτικό

Στο τμήμα Α5, στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας, μετά τη διδασκαλία της Περιγραφής και της Αφήγησης (Ενότητα 3) ασχοληθήκαμε και με ορισμένες ασκήσεις Δημιουργικής Γραφής (πηγή το βιβλίο της Χαράς Νικολακοπούλου, η δημιουργική γραφή στο γυμνάσιο). Μεσολαβούσαν  οι διακοπές των Χριστουγέννων κι έτσι τα παιδιά είχαν όλο το χρονικό διάστημα να δημιουργήσουν... Τα αποτελέσματα σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν εντυπωσιακά. Εξαιρετικό δείγμα αποτελεί η ιστορία που έγραψε ο  
Στυλιανός Τελόγλου και μπράβο του!

Η άσκηση

Η άσκηση ήταν η εξής: Στα τρία κείμενα που ακολουθούν γίνεται περιγραφή ενός χώρου στο πρώτο, ενός αντικειμένου (παλτό) στο δεύτερο και ενός προσώπου στο τρίτο. Αφού τα μελετήσετε, χρησιμοποιήστε τα για να φτιάξετε τη δική σας ιστορία. Τα λιγοστά στοιχεία που έχετε στη διάθεσή σας καθώς και οι τίτλοι των βιβλίων αποτελούν τον πυρήνα μιας ιστορίας που μπορείτε να εξελίξετε όπως εσείς νομίζετε.




Τα κείμενα

Άλντους Χάξλεϋ, Θαυμαστός καινούριος κόσμος

Η τεράστια αίθουσα του ισογείου έβλεπε το βορρά. Ήταν ψυχρή, παρά την καλοκαιρινή ατμόσφαιρα έξω από τα παράθυρα και την τροπική ζέστη στο εσωτερικό της. Μια εκτυφλωτική λεπτή ακτίνα έπεφτε μέσα από το τζάμι, ψάχνοντας απεγνωσμένα κάποιο από τα ντυμένα ανδρείκελα, μια από αυτές τις χλομές φιγούρες που παρήγαγε η φρίκη των ακαδημαϊκών. Μα δεν υπήρχε παρά γυαλί, νικέλιο και η γυαλιστερή πορσελάνη του εργαστηρίου. Παγερή ατμόσφαιρα. Οι φόρμες των εργατών ήταν άσπρες και στα χέρια τους φορούσαν λαστιχένια γάντια στο χλωμό χρώμα που έχουν τα πτώματα. Κυριαρχούσε ένας φωτισμός ανατριχιαστικά κρύος, νεκρικός, κατάλληλος για έναν κόσμο φαντασμάτων.

Αγγελική Δαρλάση, Τότε που κρύψαμε έναν άγγελο

Η Ραλλού, χωρίς καμία εμφανή αντίδραση από τη μεριά της για το αν συμφωνούσε ή διαφωνούσε με το δάσκαλο, φόρεσε το πανωφόρι της. Ήταν ένα φθαρμένο παλτό σε ποντικί χρώμα, τουλάχιστον ένα νούμερο μεγαλύτερο: τα μανίκια του κάλυπταν τα χέρια της και το στρίφωμά του έφτανε μέχρι και πιο κάτω από τους αστραγάλους της, σχεδόν το πατούσε- μου θύμιζε το μανδύα που κάποτε είχα δει σε μια εικόνα να φοράει ένας βασιλιάς: ήταν τόσο μακρύς που χρειαζόταν τουλάχιστον ένας ακόλουθος να τον κρατάει ώστε ο βασιλιάς να μπορεί να περπατάει ή ακόμα και να κάτσει.

Γουστάβος Φλωμπέρ, Μαντάμ Μποβαρύ

Ο καινούριος, που 'χε μείνει στη γωνία, πίσω από την πόρτα, σε τρόπο που μετά βίας τον βλέπαμε, ήταν ένα αγόρι από την εξοχή, δεκαπέντε χρόνων περίπου και μεγαλύτερος στο ανάστημα από όλους εμάς. Τα μαλλιά του ήταν κομμένα ίσια, πάνω από το μέτωπο, όπως τα 'χαν οι ψάλτες του χωριού, το ύφος του ήταν φρόνιμο και φαινόταν πολύ ζαλισμένος. Μόλο που οι πλάτες του δεν ήταν πλατιές, η τσόχινη πράσινη ζακέτα του, με μαύρα κουμπιά, πρέπει να τον ενοχλούσε σίγουρα στις μασχάλες, κι άφηνε να φαίνονται μέσα από τα σχιστά αναδιπλώματά της, κόκκινα χέρια συνηθισμένα να είναι γυμνά στον ήλιο. Τα πόδια του, φορούσε γαλάζιες κάλτσες, έβγαιναν μέσα από ένα κιτρινωπό παντελόνι που το παρατραβούσαν τιράντες. Είχε δυνατά παπούτσια κακοβερνικωμένα κι αρματωμένα με καρφιά στις σόλες.


Στυλιανός Τελόγλου, Στάσου πλάι μου

   Η Ραλλού και ο Γιώργος είναι δύο παιδιά που ζουν σε ένα μικρό χωριό της Ηπείρου. Το χωριό τους είναι τόσο μικρό, δέκα περίπου σπίτια. Την Άνοιξη και το Καλοκαίρι τα παιδιά φαίνεται να ζουν στον παράδεισο. Το μικρό χωρίο τους περιστοιχίζεται από ψηλά καταπράσινα δέντρα, ρυάκια και γάργαρα νερά κυλούν τριγύρω και τα πανύψηλα βουνά της Πίνδου μοιάζουν σαν να ηρεμούν μόλις αρχίζουν τα πουλιά να κελαηδούν και μπαίνει η Άνοιξη. Το Χειμώνα τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα, γιατί τα δύο παιδιά πηγαίνουν στο Λύκειο που απέχει δύο ώρες από το χωριό τους. Πολλές φορές δεν καταφέρνουν να φτάσουν στο σχολείο εξαιτίας του κακού καιρού και διαβάζουν μόνοι τους, οι δυο τους στο σπίτι.
   Είναι δύο παιδιά που προέρχονται από φτωχές οικογένειες, παιδιά κτηνοτρόφων, που πολλές φορές βοηθούν και τους γονείς τους στις καθημερινές δουλειές τους. Παρόλα αυτά προσπαθούν πάντα για το καλύτερο, είναι εξαιρετικά καλοί μαθητές και θέλουν να περάσουν στο Πανεπιστήμιο και να γίνουν γιατροί. Είναι παιδιά που βλέποντας τις δυσκολίες των γονιών τους προσπαθούν για ένα καλύτερο μέλλον. Το χειμώνα με το πολύ κρύο η Ραλλού φοράει ένα φθαρμένο, σχισμένο, αταίριαστο για το σώμα της πανωφόρι. Τα χέρια της κρύβονται μέσα σ' αυτό ενώ το τελείωμα του φτάνει μέχρι την σόλα του παπουτσιού της. 
   Ο Γιώργος, επίσης, πολλές φορές φτάνει στο σχολείο φορώντας αταίριαστα ρούχα, μοιάζει να ξύπνησε και να φόρεσε ό,τι βρέθηκε μπροστά του, όμως αυτό δεν τον ενοχλεί καθόλου. Τα παπούτσια του είναι φθαρμένα και τρύπια και πολλές φορές τυλίγει τα πόδια του με μαλακά πανιά, για να μπορούν να διατηρηθούν ζεστά, όταν περπατάει μέσα στο χιόνι για να φτάσει στο σχολείο του.
   Έχουν φτάσει στην Τρίτη Λυκείου, έχουν παρακολουθήσει τις μισές περίπου ημέρες το σχολείο τους, γιατί η πρόσβαση σ' αυτό ήταν δύσκολη το Χειμώνα, έχουν όμως προετοιμαστεί κατάλληλα μόνοι τους και βρίσκονται αντιμέτωποι με τις εξετάσεις του Ιουνίου που θα τους οδηγήσουν στην πραγματοποίηση του ονείρου τους, που είναι η εισαγωγή τους στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Οι εξετάσεις για τα παιδιά αυτά ήταν εύκολες και το αποτέλεσμα σχεδόν δεδομένο. Τον Αύγουστο ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα των Πανελλαδικών και η Ραλλού αλλά και ο Γιώργος πέτυχαν στο στόχο τους και ήταν πια φοιτητές.
   Η πρώτη επαφή με την Αθήνα ήταν απογοητευτική. Οι δρόμοι ήταν πελώριοι, τα κτίρια πανύψηλα, χιλιάδες άνθρωποι περπατούσαν με σκυμμένα κεφάλια, βιαστικά, λες και ήθελαν κάτι να προλάβουν, τα αυτοκίνητα σαν τα μυρμήγκια στη σειρά. Εδώ επικρατούσε μπετόν, σκούρο μουντό καφέ χρώμα παντού, στην ατμόσφαιρα, στο δρόμο, στο πρόσωπο των ανθρώπων, μπορεί και στις καρδιές τους. Ποιος ξέρει; Τα δυο παιδιά αλλιώς είχαν συνηθίσει να ζουν στη φύση, στο πράσινο, στις μυρωδιές των λουλουδιών, στο λευκό χιόνι του Χειμώνα. Στο χωριό όλοι ήταν μια μεγάλη οικογένεια ενώ εδώ κανείς δεν γνωρίζει κανένα...
   Το πανεπιστήμιο ήταν ένας μεγάλος χώρος με πολλά κτίρια. Δειλά περπάτησαν στο προαύλιο και κατευθύνθηκαν σε ένα από τα κτίρια. Στο ισόγειο συνάντησαν τη μακέτα του κτιρίου και αφού μελέτησαν το σχέδιο του ανέβηκαν τη θεόρατη μαρμάρινη σκάλα που οδηγούσε στον πρώτο όροφο. Εκεί αντίκρισαν ένα μεγάλο διάδρομο και πολλές πόρτες αριθμημένες, δεξιά και αριστερά του. Βρήκανε την αίθουσα 52 που ήταν ανοιχτή και μπήκανε μέσα. Ήταν μια τεράστια αίθουσα ψυχρή και παγερή. Ήταν φτιαγμένη από μέταλλο, γυαλί και πλαστικό. Μεγάλα τζάμια υπήρχαν γύρω- γύρω, πλαστικοί πάγκοι εργασίας και μεταλλικά κουφώματα και όργανα.
   Σε αυτή την τόσο παγερή και κρύα αίθουσα, στέκονταν όρθιοι αρκετοί συμφοιτητές τους και περίμεναν με αγωνία την προσέλευση του καθηγητή. Ευτυχώς ήταν ένας χαρούμενος και χαμογελαστός άνθρωπος που με τον τρόπο του και τη διάθεσή του έσπασε τον "πάγο" που επικρατούσε μεταξύ τους και ζέστανε με το χαμόγελό του την ατμόσφαιρα της αίθουσας. Εξαιτίας της συμπεριφοράς αυτού του ανθρώπου όλοι χαλάρωσαν, ένιωσαν καλύτερα και, είδαν με άλλη οπτική το χώρο αλλά και τους συμφοιτητές τους. Τελικά, η πρώτη ημέρα στο Πανεπιστήμιο από κρύα, παγερή, απρόσωπη εξελίχτηκε σε ζεστή, ανθρώπινη και δημιουργική ημέρα.
   Τα παιδιά πέρασαν έξι ολόκληρα χρόνια στην Αθήνα. Δεν αποχωρίστηκαν ποτέ ο ένας τον άλλο και ήταν πάντα μαζί στα εύκολα και στα δύσκολα, στα ευχάριστα και στα δυσάρεστα. Έγιναν δύο πετυχημένοι γιατροί που ποτέ δεν ξέχασαν τις δυσκολίες που πέρασαν για να σπουδάσουν, τις ομορφιές του χωριού τους, τα φτωχικά παιδικά χρόνια τους, αλλά και την πρώτη επαφή τους με τη μεγαλούπολη Αθήνα και το Πανεπιστήμιο, που φάνταζαν πελώρια, απέραντα, θεόρατα στα τότε παιδικά μάτια τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου